Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπαμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. Η ανάπαυση, η ξεκούραση, το γαλήνεμα φυσικών στοιχείων ή ανθρώπων, η ηρεμία, η ανάπαυλα, ιδιωματικά λέγεται και αναπαημός Βικιλεξικό
    • Περπατάγανε τριανταδυό μερόνυχτα δίχως αναπαμό. (Τάκης Αδάμος Όσο χτυπάει η καρδιά [διήγημα])
  2. Αυτό το παιδί αναπαμό δεν έχει! (δεν ησυχάζει ούτε αφήνει τους άλλους να ησυχάσουν) Βικιλεξικό
  3. Πολύ δραστήριος άνθρωπος, δεν έχει αναπαμό! (δεν παίρνει ανάσα από την πολλή δουλειά) Βικιλεξικό
  4. Η θάλασσα στο Κάβο Ντόρο αναπαμό δεν έχει (δεν γαληνεύει ποτέ) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπαμός < ανά (πλήρως, παντού) + παύω + κατάληξη -μος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναπαμόςαναπαμοί
Γενικήαναπαμούαναπαμών
Αιτιατικήαναπαμόαναπαμούς
Κλητικήαναπαμέαναπαμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →