αναπαράσταση
•
- η ενέργεια του αναπαριστάνω Βικιλεξικό
- αναπαράσταση εγκλήματος
- η ενέργεια του αναπαριστάνω Βικιλεξικό
- Οι μουσουλμάνοι δεν δέχονται τις αναπαραστάσεις αγίων.
- η ενέργεια του αναπαριστάνω Βικιλεξικό
- αναπαράσταση των ανακτόρων της Κνωσσού σε μακέτα
- αναπαράσταση τής Αγίας Σοφίας προτού καταστραφεί
Ετυμολογία
αναπαράσταση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀναπαράστα(σις), ήδη το 1843 + -ση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική représentation → δείτε τις λέξεις αναπαριστάνω και αναπαριστώ :* για την εικαστική απεικόνιση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική reproduction, ως συνώνυμου του représentation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπαράσταση | αναπαραστάσεις |
| Γενική | αναπαράστασης | αναπαραστάσεων |
| Αιτιατική | αναπαράσταση | αναπαραστάσεις |
| Κλητική | αναπαράσταση | αναπαραστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →