Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπαραγωγικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αναφέρεται στην αναπαραγωγή Βικιλεξικό
    • τα αναπαραγωγικά όργανα των λουλουδιών είναι οι στήμονες και ο ύπερος
    • Υπάρχουν πολλά ευγονικά, αποτροπαϊκά και προστατευτικά στοιχεία (λόγω του υλικού, του σχήματος, της διακόσμησης κ.ά.) σε κοσμήματα και εξαρτήματα της ανδρικής και της γυναικείας ενδυμασίας, που τοποθετούνταν σε ζωτικά όργανα του σώματος, από το κεφάλι (εγκέφαλος) μέχρι την κοιλιακή χώρα (γυναικείο και ανδρικό αναπαραγωγικό σύστημα). (Σωτήριος Σουλούκος, Αποτροπαϊκός και προστατευτικός χαρακτήρας φυλακτών στις συλλογές του Λαογραφικού και Εθνολογικού Μουσείου Μακεδονίας – Θράκης: λαϊκή θρησκευτικότητα, διαθρησκειακές αναφορές και η χρήση των συμβόλων, Εθνικό Αρχείο διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, Θεολογική Σχολή, 2022)

Ετυμολογία

αναπαραγωγικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπαραγωγικόςαναπαραγωγικήαναπαραγωγικό
Γενικήαναπαραγωγικούαναπαραγωγικήςαναπαραγωγικού
Αιτιατικήαναπαραγωγικόαναπαραγωγικήαναπαραγωγικό
Κλητικήαναπαραγωγικέαναπαραγωγικήαναπαραγωγικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπαραγωγικοίαναπαραγωγικέςαναπαραγωγικά
Γενικήαναπαραγωγικώναναπαραγωγικώναναπαραγωγικών
Αιτιατικήαναπαραγωγικούςαναπαραγωγικέςαναπαραγωγικά
Κλητικήαναπαραγωγικοίαναπαραγωγικέςαναπαραγωγικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →