αναπαυτικός
•
- που προσφέρεται για ανάπαυση (κυρίως για άνετα, βολικά, μαλακά καθίσματα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπαυτικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναπαυ(σ)τικός, σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική comfortable ή από τη γαλλική confortable
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπαυτικός | αναπαυτική | αναπαυτικό |
| Γενική | αναπαυτικού | αναπαυτικής | αναπαυτικού |
| Αιτιατική | αναπαυτικό | αναπαυτική | αναπαυτικό |
| Κλητική | αναπαυτικέ | αναπαυτική | αναπαυτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπαυτικοί | αναπαυτικές | αναπαυτικά |
| Γενική | αναπαυτικών | αναπαυτικών | αναπαυτικών |
| Αιτιατική | αναπαυτικούς | αναπαυτικές | αναπαυτικά |
| Κλητική | αναπαυτικοί | αναπαυτικές | αναπαυτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →