αναπαύομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος αναπαύω Βικιλεξικό
- παθητική φωνή του ρήματος αναπαύω Βικιλεξικό
- Δεν μπορεί να σας μιλήσει τώρα, αναπαύεται
- μεταφορικάπαθητική φωνή του ρήματος αναπαύω Βικιλεξικό
- Εδώ θα μείνουμε, αφού δεν είχαμε την τύχη να αναπαυτούμε στα άγια χώματα της αγαπημένης Πατρίδας, κοντά στους δικούς μας.
- Εἰς τὴν κατάπαυσίν σου, Κύριε, ὅπου πάντες οἱ Ἅγιοί σου ἀναπαύονται, ἀνάπαυσον καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου
- ειρωνικόπαθητική φωνή του ρήματος αναπαύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Άλλοι τύποι
αναπαμένοςαναπαυμένοςαναπαύθηκααναπαύτηκααναπαύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →