Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπαύομαι

/a.naˈpa.vo.me/ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος αναπαύω Βικιλεξικό
  2. παθητική φωνή του ρήματος αναπαύω Βικιλεξικό
    • Δεν μπορεί να σας μιλήσει τώρα, αναπαύεται
  3. μεταφορικάπαθητική φωνή του ρήματος αναπαύω Βικιλεξικό
    • Εδώ θα μείνουμε, αφού δεν είχαμε την τύχη να αναπαυτούμε στα άγια χώματα της αγαπημένης Πατρίδας, κοντά στους δικούς μας.
    • Εἰς τὴν κατάπαυσίν σου, Κύριε, ὅπου πάντες οἱ Ἅγιοί σου ἀναπαύονται, ἀνάπαυσον καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου
  4. ειρωνικόπαθητική φωνή του ρήματος αναπαύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Άλλοι τύποι

αναπαμένοςαναπαυμένοςαναπαύθηκααναπαύτηκααναπαύω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →