Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπηδώ

/a.na.piˈðo/ρήμα
•
  1. κινούμαι απότομα προς τα πάνω ή προς τα πίσω, συνήθως εξαιτίας εσωτερικής πίεσης ή ξαφνικού ερεθίσματος Βικιλεξικό
  2. τινάζομαι πίσω ή σκιρτώ αυθόρμητα λόγω έντονου συναισθήματος ή ξαφνιάσματος Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάεκδηλώνομαι ή εμφανίζομαι απροσδόκητα, ιδίως ως αποτέλεσμα εσωτερικής διεργασίας ή περίστασης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπηδώ < αρχαία ελληνική ἀναπηδάω / ἀναπηδῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική rebondir)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναπηδώαναπηδείςαναπηδείαναπηδούμεαναπηδείτεαναπηδούν / αναπηδούνε
Παρατατικόςαναπηδούσααναπηδούσεςαναπηδούσεαναπηδούσαμεαναπηδούσατεαναπηδούσαν / αναπηδούσανε
Αόριστοςαναπήδησααναπήδησεςαναπήδησεαναπηδήσαμεαναπηδήσατεαναπήδησαν / αναπηδήσαν / αναπηδήσανε
Μέλλονταςθα αναπηδήσω / θα αναπηδώθα αναπηδήσεις / θα αναπηδείςθα αναπηδήσει / θα αναπηδείθα αναπηδήσουμε / θα αναπηδούμεθα αναπηδήσετε / θα αναπηδείτεθα αναπηδήσουν / θα αναπηδήσουνε / θα αναπηδούν / θα αναπηδούνε
Παρακείμενοςέχω αναπηδήσειέχεις αναπηδήσειέχει αναπηδήσειέχουμε αναπηδήσειέχετε αναπηδήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναπηδήσειείχες αναπηδήσειείχε αναπηδήσειείχαμε αναπηδήσει——
Υποτακτικήνα έχω αναπηδήσει / να αναπηδήσω / να αναπηδώνα έχεις αναπηδήσει / να αναπηδήσεις / να αναπηδείςνα έχει αναπηδήσει / να αναπηδήσει / να αναπηδείνα έχουμε αναπηδήσει / να αναπηδήσουμε / να αναπηδούμενα έχετε αναπηδήσει / να αναπηδήσετε / να αναπηδείτενα αναπηδήσουν / να αναπηδήσουνε / να αναπηδούν / να αναπηδούνε
Προστακτική—αναπήδει / αναπήδησε——αναπηδήστε / αναπηδείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →