αναπηδώ
•
- κινούμαι απότομα προς τα πάνω ή προς τα πίσω, συνήθως εξαιτίας εσωτερικής πίεσης ή ξαφνικού ερεθίσματος Βικιλεξικό
- τινάζομαι πίσω ή σκιρτώ αυθόρμητα λόγω έντονου συναισθήματος ή ξαφνιάσματος Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκδηλώνομαι ή εμφανίζομαι απροσδόκητα, ιδίως ως αποτέλεσμα εσωτερικής διεργασίας ή περίστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπηδώ < αρχαία ελληνική ἀναπηδάω / ἀναπηδῶ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική rebondir)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπηδώ | αναπηδείς | αναπηδεί | αναπηδούμε | αναπηδείτε | αναπηδούν / αναπηδούνε |
| Παρατατικός | αναπηδούσα | αναπηδούσες | αναπηδούσε | αναπηδούσαμε | αναπηδούσατε | αναπηδούσαν / αναπηδούσανε |
| Αόριστος | αναπήδησα | αναπήδησες | αναπήδησε | αναπηδήσαμε | αναπηδήσατε | αναπήδησαν / αναπηδήσαν / αναπηδήσανε |
| Μέλλοντας | θα αναπηδήσω / θα αναπηδώ | θα αναπηδήσεις / θα αναπηδείς | θα αναπηδήσει / θα αναπηδεί | θα αναπηδήσουμε / θα αναπηδούμε | θα αναπηδήσετε / θα αναπηδείτε | θα αναπηδήσουν / θα αναπηδήσουνε / θα αναπηδούν / θα αναπηδούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναπηδήσει | έχεις αναπηδήσει | έχει αναπηδήσει | έχουμε αναπηδήσει | έχετε αναπηδήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπηδήσει | είχες αναπηδήσει | είχε αναπηδήσει | είχαμε αναπηδήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναπηδήσει / να αναπηδήσω / να αναπηδώ | να έχεις αναπηδήσει / να αναπηδήσεις / να αναπηδείς | να έχει αναπηδήσει / να αναπηδήσει / να αναπηδεί | να έχουμε αναπηδήσει / να αναπηδήσουμε / να αναπηδούμε | να έχετε αναπηδήσει / να αναπηδήσετε / να αναπηδείτε | να αναπηδήσουν / να αναπηδήσουνε / να αναπηδούν / να αναπηδούνε |
| Προστακτική | — | αναπήδει / αναπήδησε | — | — | αναπηδήστε / αναπηδείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →