Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπηρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την αναπηρία Βικιλεξικό
    • αναπηρική σύνταξη
  2. που βοηθά τον ανάπηρο σε κάποια λειτουργία του Βικιλεξικό
    • αναπηρικό αμαξίδιο

Ετυμολογία

αναπηρικός < ανάπηρος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπηρικόςαναπηρικήαναπηρικό
Γενικήαναπηρικούαναπηρικήςαναπηρικού
Αιτιατικήαναπηρικόαναπηρικήαναπηρικό
Κλητικήαναπηρικέαναπηρικήαναπηρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπηρικοίαναπηρικέςαναπηρικά
Γενικήαναπηρικώναναπηρικώναναπηρικών
Αιτιατικήαναπηρικούςαναπηρικέςαναπηρικά
Κλητικήαναπηρικοίαναπηρικέςαναπηρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →