αναπηρικός
•
- ο σχετικός με την αναπηρία Βικιλεξικό
- αναπηρική σύνταξη
- που βοηθά τον ανάπηρο σε κάποια λειτουργία του Βικιλεξικό
- αναπηρικό αμαξίδιο
Ετυμολογία
αναπηρικός < ανάπηρος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπηρικός | αναπηρική | αναπηρικό |
| Γενική | αναπηρικού | αναπηρικής | αναπηρικού |
| Αιτιατική | αναπηρικό | αναπηρική | αναπηρικό |
| Κλητική | αναπηρικέ | αναπηρική | αναπηρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπηρικοί | αναπηρικές | αναπηρικά |
| Γενική | αναπηρικών | αναπηρικών | αναπηρικών |
| Αιτιατική | αναπηρικούς | αναπηρικές | αναπηρικά |
| Κλητική | αναπηρικοί | αναπηρικές | αναπηρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →