αναπιάνω
•
- πιάνω, παίρνω, κρατώ Βικιλεξικό
- αρχίζω Βικιλεξικό
- αναζυμώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπιάνω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπιάνω | αναπιάνεις | αναπιάνει | αναπιάνουμε | αναπιάνετε | αναπιάνουν / αναπιάνουνε |
| Παρατατικός | ανάπιανα | ανάπιανες | ανάπιανε | αναπιάναμε | αναπιάνατε | ανάπιαναν / αναπιάναν / αναπιάνανε |
| Αόριστος | ανάπιασα | ανάπιασες | ανάπιασε | αναπιάσαμε | αναπιάσατε | ανάπιασαν / αναπιάσαν / αναπιάσανε |
| Μέλλοντας | θα αναπιάνω / θα αναπιάσω | θα αναπιάνεις / θα αναπιάσεις | θα αναπιάνει / θα αναπιάσει | θα αναπιάνουμε / θα αναπιάσουμε | θα αναπιάνετε / θα αναπιάσετε | θα αναπιάνουν / θα αναπιάνουνε / θα αναπιάσουν / θα αναπιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναπιάσει | έχεις αναπιάσει | έχει αναπιάσει | έχουμε αναπιάσει | έχετε αναπιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπιάσει | είχες αναπιάσει | είχε αναπιάσει | είχαμε αναπιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναπιάσει / να αναπιάνω / να αναπιάσω | να έχεις αναπιάσει / να αναπιάνεις / να αναπιάσεις | να έχει αναπιάσει / να αναπιάνει / να αναπιάσει | να έχουμε αναπιάσει / να αναπιάνουμε / να αναπιάσουμε | να έχετε αναπιάσει / να αναπιάνετε / να αναπιάσετε | να αναπιάνουν / να αναπιάνουνε / να αναπιάσουν / να αναπιάσουνε |
| Προστακτική | — | ανάπιανε / ανάπιασε | — | — | αναπιάνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αναπιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →