Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπιάνω

ρήμα
•
  1. πιάνω, παίρνω, κρατώ Βικιλεξικό
  2. αρχίζω Βικιλεξικό
  3. αναζυμώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπιάνω < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναπιάνωαναπιάνειςαναπιάνειαναπιάνουμεαναπιάνετεαναπιάνουν / αναπιάνουνε
Παρατατικόςανάπιαναανάπιανεςανάπιανεαναπιάναμεαναπιάνατεανάπιαναν / αναπιάναν / αναπιάνανε
Αόριστοςανάπιασαανάπιασεςανάπιασεαναπιάσαμεαναπιάσατεανάπιασαν / αναπιάσαν / αναπιάσανε
Μέλλονταςθα αναπιάνω / θα αναπιάσωθα αναπιάνεις / θα αναπιάσειςθα αναπιάνει / θα αναπιάσειθα αναπιάνουμε / θα αναπιάσουμεθα αναπιάνετε / θα αναπιάσετεθα αναπιάνουν / θα αναπιάνουνε / θα αναπιάσουν / θα αναπιάσουνε
Παρακείμενοςέχω αναπιάσειέχεις αναπιάσειέχει αναπιάσειέχουμε αναπιάσειέχετε αναπιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αναπιάσειείχες αναπιάσειείχε αναπιάσειείχαμε αναπιάσει——
Υποτακτικήνα έχω αναπιάσει / να αναπιάνω / να αναπιάσωνα έχεις αναπιάσει / να αναπιάνεις / να αναπιάσειςνα έχει αναπιάσει / να αναπιάνει / να αναπιάσεινα έχουμε αναπιάσει / να αναπιάνουμε / να αναπιάσουμενα έχετε αναπιάσει / να αναπιάνετε / να αναπιάσετενα αναπιάνουν / να αναπιάνουνε / να αναπιάσουν / να αναπιάσουνε
Προστακτική—ανάπιανε / ανάπιασε——αναπιάνετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αναπιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →