αναπλέω
•
- λόγιοπλέω αντίθετα προς το ρεύμα Βικιλεξικό
- αναχωρώ από την ακτή ή από το λιμάνι στα ανοιχτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπλέω < αρχαία ελληνική ἀναπλέω < ἀνά + πλέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπλέω | αναπλέεις | αναπλέει | αναπλέουμε | αναπλέετε | αναπλέουν / αναπλέουνε |
| Παρατατικός | ανέπλεα | ανέπλεες | ανέπλεε | αναπλέαμε | αναπλέατε | ανέπλεαν / αναπλέαν / αναπλέανε |
| Αόριστος | ανέπλευσα | ανέπλευσες | ανέπλευσε | αναπλεύσαμε | αναπλεύσατε | ανέπλευσαν / αναπλεύσαν / αναπλεύσανε |
| Μέλλοντας | θα αναπλέω / θα αναπλεύσω | θα αναπλέεις / θα αναπλεύσεις | θα αναπλέει / θα αναπλεύσει | θα αναπλέουμε / θα αναπλεύσουμε | θα αναπλέετε / θα αναπλεύσετε | θα αναπλέουν / θα αναπλέουνε / θα αναπλεύσουν / θα αναπλεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναπλεύσει | έχεις αναπλεύσει | έχει αναπλεύσει | έχουμε αναπλεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπλεύσει | είχες αναπλεύσει | είχε αναπλεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναπλεύσει / να αναπλέω / να αναπλεύσω | να έχεις αναπλεύσει / να αναπλέεις / να αναπλεύσεις | να έχει αναπλεύσει / να αναπλέει / να αναπλεύσει | να έχουμε αναπλεύσει / να αναπλέουμε / να αναπλεύσουμε | να αναπλέετε / να αναπλεύσετε | να αναπλέουν / να αναπλέουνε / να αναπλεύσουν / να αναπλεύσουνε |
| Προστακτική | — | ανάπλεε / ανάπλευσε | — | — | αναπλέετε / αναπλεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →