Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπλέω

ρήμα
•
  1. λόγιοπλέω αντίθετα προς το ρεύμα Βικιλεξικό
  2. αναχωρώ από την ακτή ή από το λιμάνι στα ανοιχτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναπλέω < αρχαία ελληνική ἀναπλέω < ἀνά + πλέω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναπλέωαναπλέειςαναπλέειαναπλέουμεαναπλέετεαναπλέουν / αναπλέουνε
Παρατατικόςανέπλεαανέπλεεςανέπλεεαναπλέαμεαναπλέατεανέπλεαν / αναπλέαν / αναπλέανε
Αόριστοςανέπλευσαανέπλευσεςανέπλευσεαναπλεύσαμεαναπλεύσατεανέπλευσαν / αναπλεύσαν / αναπλεύσανε
Μέλλονταςθα αναπλέω / θα αναπλεύσωθα αναπλέεις / θα αναπλεύσειςθα αναπλέει / θα αναπλεύσειθα αναπλέουμε / θα αναπλεύσουμεθα αναπλέετε / θα αναπλεύσετεθα αναπλέουν / θα αναπλέουνε / θα αναπλεύσουν / θα αναπλεύσουνε
Παρακείμενοςέχω αναπλεύσειέχεις αναπλεύσειέχει αναπλεύσειέχουμε αναπλεύσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αναπλεύσειείχες αναπλεύσειείχε αναπλεύσει———
Υποτακτικήνα έχω αναπλεύσει / να αναπλέω / να αναπλεύσωνα έχεις αναπλεύσει / να αναπλέεις / να αναπλεύσειςνα έχει αναπλεύσει / να αναπλέει / να αναπλεύσεινα έχουμε αναπλεύσει / να αναπλέουμε / να αναπλεύσουμενα αναπλέετε / να αναπλεύσετενα αναπλέουν / να αναπλέουνε / να αναπλεύσουν / να αναπλεύσουνε
Προστακτική—ανάπλεε / ανάπλευσε——αναπλέετε / αναπλεύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →