αναπληρωτής
•
- αυτός που αναπληρώνει ένα διοικητικό στέλεχος σε περίπτωση απουσίας του Βικιλεξικό
- ο αναπληρωτής διευθυντής
- εκπαιδευτικός που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου (μερικών μηνών) προκειμένου να καλύψει λειτουργικά κενά σε σχολεία Βικιλεξικό
- καθηγητής πανεπιστημίου, ανώτερος από τον επίκουρο και κατώτερος από τον καθηγητή πρώτης βαθμίδας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπληρωτής < αναπληρώνω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπληρωτής | αναπληρωτές |
| Γενική | αναπληρωτή | αναπληρωτών |
| Αιτιατική | αναπληρωτή | αναπληρωτές |
| Κλητική | αναπληρωτή | αναπληρωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →