αναπληρώνω
•
- αντικαθιστώ κάποιον και εκτελώ τις λειτουργίες που, για κάποιον προσωρινό ή μόνιμο λόγο, δεν είναι σε κατάσταση να εκπληρώσει μόνος του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπληρώνω < αρχαία ελληνική αναπληρόω -ῶ(γεμίζω ξανά)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπληρώνω | αναπληρώνεις | αναπληρώνει | αναπληρώνουμε | αναπληρώνετε | αναπληρώνουν / αναπληρώνουνε |
| Παρατατικός | αναπλήρωνα | αναπλήρωνες | αναπλήρωνε | αναπληρώναμε | αναπληρώνατε | αναπλήρωναν / αναπληρώναν / αναπληρώνανε |
| Αόριστος | αναπλήρωσα | αναπλήρωσες | αναπλήρωσε | αναπληρώσαμε | αναπληρώσατε | αναπλήρωσαν / αναπληρώσαν / αναπληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναπληρώνω / θα αναπληρώσω | θα αναπληρώνεις / θα αναπληρώσεις | θα αναπληρώνει / θα αναπληρώσει | θα αναπληρώνουμε / θα αναπληρώσουμε | θα αναπληρώνετε / θα αναπληρώσετε | θα αναπληρώνουν / θα αναπληρώνουνε / θα αναπληρώσουν / θα αναπληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναπληρώσει | έχεις αναπληρώσει | έχει αναπληρώσει | έχουμε αναπληρώσει | έχετε αναπληρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπληρώσει | είχες αναπληρώσει | είχε αναπληρώσει | είχαμε αναπληρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναπληρώσει / να αναπληρώνω / να αναπληρώσω | να έχεις αναπληρώσει / να αναπληρώνεις / να αναπληρώσεις | να έχει αναπληρώσει / να αναπληρώνει / να αναπληρώσει | να έχουμε αναπληρώσει / να αναπληρώνουμε / να αναπληρώσουμε | να έχετε αναπληρώσει / να αναπληρώνετε / να αναπληρώσετε | να αναπληρώνουν / να αναπληρώνουνε / να αναπληρώσουν / να αναπληρώσουνε |
| Προστακτική | — | αναπλήρωνε / αναπλήρωσε | — | — | αναπληρώνετε / αναπληρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →