αναπνέω
•
- προσλαμβάνω οξυγόνο από το περιβάλλον μου Βικιλεξικό
- ο άνθρωπος αναπνέει με τα πνευμόνια του
- μεταφορικάανακουφίζομαι αφού φεύγει ένα ψυχικό βάρος Βικιλεξικό
- βρήκα δουλειά με καλύτερη πληρωμή και αναπνεύσαμε λιγάκι οικονομικά
Ετυμολογία
αναπνέω < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ἀναπνέω < ἀνά + πνέω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →