αναπνέων
•
- ειδικότεραγια ύφασμα ή υλικό που επιτρέπει την κυκλοφορία του αέρα και την αποβολή της υγρασίας, συμβάλλοντας στη θερμική άνεση χωρίς να εγκλωβίζει τον ιδρώτα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπνέων < αρχαία ελληνική ἀναπνέων, μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος ἀναπνέω (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική breathable)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →