αναποδογυρίζω
•
- αμετάβατογυρίζω ανάποδα, η κορυφή μου έρχεται στο κάτω μέρος και το αντίστροφο, ανατρέπομαι Βικιλεξικό
- Του είπα την ταρίφα και μετά του 'φτιαξα καφέ. Ελληνικό, στο χοντρό φλιτζάνι, να μείνει μπόλικος ντελβές όταν το αναποδογυρίσω. Τον ήπιε λες και έπινε κάτουρο. Μετά ζήτησα να δω την παλάμη του. (Κώστας Ακρίβος, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
- μεταβατικόκάνω κάτι να γυρίσει ανάποδα, ανατρέπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναποδογυρίζω < ανάποδα + γυρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναποδογυρίζω | αναποδογυρίζεις | αναποδογυρίζει | αναποδογυρίζουμε | αναποδογυρίζετε | αναποδογυρίζουν / αναποδογυρίζουνε |
| Παρατατικός | αναποδογύριζα | αναποδογύριζες | αναποδογύριζε | αναποδογυρίζαμε | αναποδογυρίζατε | αναποδογυρίζαν / αναποδογυρίζανε / αναποδογύριζαν |
| Αόριστος | αναποδογύρισα | αναποδογύρισες | αναποδογύρισε | αναποδογυρίσαμε | αναποδογυρίσατε | αναποδογυρίσαν / αναποδογυρίσανε / αναποδογύρισαν |
| Μέλλοντας | θα αναποδογυρίζω / θα αναποδογυρίσω | θα αναποδογυρίζεις / θα αναποδογυρίσεις | θα αναποδογυρίζει / θα αναποδογυρίσει | θα αναποδογυρίζουμε / θα αναποδογυρίσουμε | θα αναποδογυρίζετε / θα αναποδογυρίσετε | θα αναποδογυρίζουν / θα αναποδογυρίζουνε / θα αναποδογυρίσουν / θα αναποδογυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναποδογυρίσει | έχεις αναποδογυρίσει | έχει αναποδογυρίσει | έχουμε αναποδογυρίσει | έχετε αναποδογυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναποδογυρίσει | είχες αναποδογυρίσει | είχε αναποδογυρίσει | είχαμε αναποδογυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναποδογυρίσει / να αναποδογυρίζω / να αναποδογυρίσω | να έχεις αναποδογυρίσει / να αναποδογυρίζεις / να αναποδογυρίσεις | να έχει αναποδογυρίσει / να αναποδογυρίζει / να αναποδογυρίσει | να έχουμε αναποδογυρίσει / να αναποδογυρίζουμε / να αναποδογυρίσουμε | να έχετε αναποδογυρίσει / να αναποδογυρίζετε / να αναποδογυρίσετε | να αναποδογυρίζουν / να αναποδογυρίζουνε / να αναποδογυρίσουν / να αναποδογυρίσουνε |
| Προστακτική | — | αναποδογύριζε / αναποδογύρισε | — | — | αναποδογυρίζετε / αναποδογυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →