Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναποκατάστατος

/a.na.po.kaˈta.sta.tos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει δικαιωθεί ηθικά Βικιλεξικό
  2. που δεν έχει λύσει το οικονομικό, επαγγελματικό του πρόβλημα Βικιλεξικό
    • Όσο είναι κανείς νέος, αναποκατάστατος ακόμη, είναι ανήσυχος για το μέλλον. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])
  3. παρωχημένοπου δεν έχει παντρευτεί, δεν έχει αποκατασταθεί οικονομικά (για ανύπαντρες γυναίκες που μπορούσαν τον περασμένο αιώνα να λύσουν το πρόβλημα της επιβίωσης και της κοινωνικής αποδοχής μόνον ή κυρίως με το γάμο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναποκατάστατος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀναποκατάστατος. Με αν- στερητικό για το σχηματισμό του αντώνυμου του αποκατεστημένος, για να υπάρχει το αντίθετο του ἀποκατασθείς και της ἀποκατασταθείσης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναποκατάστατοςαναποκατάστατηαναποκατάστατο
Γενικήαναποκατάστατουαναποκατάστατηςαναποκατάστατου
Αιτιατικήαναποκατάστατοαναποκατάστατηαναποκατάστατο
Κλητικήαναποκατάστατεαναποκατάστατηαναποκατάστατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναποκατάστατοιαναποκατάστατεςαναποκατάστατα
Γενικήαναποκατάστατωναναποκατάστατωναναποκατάστατων
Αιτιατικήαναποκατάστατουςαναποκατάστατεςαναποκατάστατα
Κλητικήαναποκατάστατοιαναποκατάστατεςαναποκατάστατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →