αναποκατάστατος
•
- που δεν έχει δικαιωθεί ηθικά Βικιλεξικό
- που δεν έχει λύσει το οικονομικό, επαγγελματικό του πρόβλημα Βικιλεξικό
- Όσο είναι κανείς νέος, αναποκατάστατος ακόμη, είναι ανήσυχος για το μέλλον. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])
- παρωχημένοπου δεν έχει παντρευτεί, δεν έχει αποκατασταθεί οικονομικά (για ανύπαντρες γυναίκες που μπορούσαν τον περασμένο αιώνα να λύσουν το πρόβλημα της επιβίωσης και της κοινωνικής αποδοχής μόνον ή κυρίως με το γάμο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναποκατάστατος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀναποκατάστατος. Με αν- στερητικό για το σχηματισμό του αντώνυμου του αποκατεστημένος, για να υπάρχει το αντίθετο του ἀποκατασθείς και της ἀποκατασταθείσης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναποκατάστατος | αναποκατάστατη | αναποκατάστατο |
| Γενική | αναποκατάστατου | αναποκατάστατης | αναποκατάστατου |
| Αιτιατική | αναποκατάστατο | αναποκατάστατη | αναποκατάστατο |
| Κλητική | αναποκατάστατε | αναποκατάστατη | αναποκατάστατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναποκατάστατοι | αναποκατάστατες | αναποκατάστατα |
| Γενική | αναποκατάστατων | αναποκατάστατων | αναποκατάστατων |
| Αιτιατική | αναποκατάστατους | αναποκατάστατες | αναποκατάστατα |
| Κλητική | αναποκατάστατοι | αναποκατάστατες | αναποκατάστατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →