αναπροσαρτώ
•
- σπάνιοπροσαρτώ εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπροσαρτώ < ανα- + προσαρτώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπροσαρτάω / αναπροσαρτώ | αναπροσαρτάς | αναπροσαρτά / αναπροσαρτάει | αναπροσαρτάμε / αναπροσαρτούμε | αναπροσαρτάτε | αναπροσαρτάν / αναπροσαρτάνε / αναπροσαρτούν / αναπροσαρτούνε |
| Παρατατικός | αναπροσαρτούσα | αναπροσαρτούσες | αναπροσαρτούσε | αναπροσαρτούσαμε | αναπροσαρτούσατε | αναπροσαρτούσαν / αναπροσαρτούσανε |
| Αόριστος | αναπροσάρτησα | αναπροσάρτησες | αναπροσάρτησε | αναπροσαρτήσαμε | αναπροσαρτήσατε | αναπροσάρτησαν / αναπροσαρτήσαν / αναπροσαρτήσανε |
| Μέλλοντας | θα αναπροσαρτάω / θα αναπροσαρτήσω / θα αναπροσαρτώ | θα αναπροσαρτάς / θα αναπροσαρτήσεις | θα αναπροσαρτά / θα αναπροσαρτάει / θα αναπροσαρτήσει | θα αναπροσαρτάμε / θα αναπροσαρτήσουμε / θα αναπροσαρτούμε | θα αναπροσαρτάτε / θα αναπροσαρτήσετε | θα αναπροσαρτάν / θα αναπροσαρτάνε / θα αναπροσαρτήσουν / θα αναπροσαρτήσουνε / θα αναπροσαρτούν / θα αναπροσαρτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναπροσαρτήσει | έχεις αναπροσαρτήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπροσαρτήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναπροσαρτήσει / να αναπροσαρτάω / να αναπροσαρτήσω / να αναπροσαρτώ | να έχεις αναπροσαρτήσει / να αναπροσαρτάς / να αναπροσαρτήσεις | να αναπροσαρτά / να αναπροσαρτάει / να αναπροσαρτήσει | να αναπροσαρτάμε / να αναπροσαρτήσουμε / να αναπροσαρτούμε | να αναπροσαρτάτε / να αναπροσαρτήσετε | να αναπροσαρτάν / να αναπροσαρτάνε / να αναπροσαρτήσουν / να αναπροσαρτήσουνε / να αναπροσαρτούν / να αναπροσαρτούνε |
| Προστακτική | — | αναπροσάρτα / αναπροσάρταγε / αναπροσάρτησε | — | — | αναπροσαρτάτε / αναπροσαρτήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →