ἀναπτερώνω
•
- πολυτονική γραφή του αναπτερώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
αναπτερώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀναπτερώνω και παράλληλα ἀναπτερυγιάζω < αρχαία ελληνική ἀναπτερόω-ἀναπτερῶ
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναπτερώνω | αναπτερώνεις | αναπτερώνει | αναπτερώνουμε | αναπτερώνετε | αναπτερώνουν / αναπτερώνουνε |
| Παρατατικός | αναπτέρωνα | αναπτέρωνες | αναπτέρωνε | αναπτερώναμε | αναπτερώνατε | αναπτέρωναν / αναπτερώναν / αναπτερώνανε |
| Αόριστος | αναπτέρωσα | αναπτέρωσες | αναπτέρωσε | αναπτερώσαμε | αναπτερώσατε | αναπτέρωσαν / αναπτερώσαν / αναπτερώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναπτερώνω / θα αναπτερώσω | θα αναπτερώνεις / θα αναπτερώσεις | θα αναπτερώνει / θα αναπτερώσει | θα αναπτερώνουμε / θα αναπτερώσουμε | θα αναπτερώνετε / θα αναπτερώσετε | θα αναπτερώνουν / θα αναπτερώνουνε / θα αναπτερώσουν / θα αναπτερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναπτερώσει | έχεις αναπτερώσει | έχει αναπτερώσει | έχουμε αναπτερώσει | έχετε αναπτερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναπτερώσει | είχες αναπτερώσει | είχε αναπτερώσει | είχαμε αναπτερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναπτερώσει / να αναπτερώνω / να αναπτερώσω | να έχεις αναπτερώσει / να αναπτερώνεις / να αναπτερώσεις | να έχει αναπτερώσει / να αναπτερώνει / να αναπτερώσει | να έχουμε αναπτερώσει / να αναπτερώνουμε / να αναπτερώσουμε | να έχετε αναπτερώσει / να αναπτερώνετε / να αναπτερώσετε | να αναπτερώνουν / να αναπτερώνουνε / να αναπτερώσουν / να αναπτερώσουνε |
| Προστακτική | — | αναπτέρωνε / αναπτέρωσε | — | — | αναπτερώνετε / αναπτερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →