Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναπτυξιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. εκείνος που βοηθά στην ανάπτυξη, την προάγει σε διάφορους τομείς Βικιλεξικό
    • αναπτυξιακό πρόγραμμα
  2. ο σχετικός με την ανάτυξη, τη μελέτη της Βικιλεξικό
    • αναπτυξιακή ψυχολογία (για παιδιά και εφήβους)
    • αναπτυξιακά προβλήματα βρεφών

Ετυμολογία

αναπτυξιακός < ανάπτυξη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπτυξιακόςαναπτυξιακήαναπτυξιακό
Γενικήαναπτυξιακούαναπτυξιακήςαναπτυξιακού
Αιτιατικήαναπτυξιακόαναπτυξιακήαναπτυξιακό
Κλητικήαναπτυξιακέαναπτυξιακήαναπτυξιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναπτυξιακοίαναπτυξιακέςαναπτυξιακά
Γενικήαναπτυξιακώναναπτυξιακώναναπτυξιακών
Αιτιατικήαναπτυξιακούςαναπτυξιακέςαναπτυξιακά
Κλητικήαναπτυξιακοίαναπτυξιακέςαναπτυξιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →