αναπτυξιακός
•
- εκείνος που βοηθά στην ανάπτυξη, την προάγει σε διάφορους τομείς Βικιλεξικό
- αναπτυξιακό πρόγραμμα
- ο σχετικός με την ανάτυξη, τη μελέτη της Βικιλεξικό
- αναπτυξιακή ψυχολογία (για παιδιά και εφήβους)
- αναπτυξιακά προβλήματα βρεφών
Ετυμολογία
αναπτυξιακός < ανάπτυξη
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπτυξιακός | αναπτυξιακή | αναπτυξιακό |
| Γενική | αναπτυξιακού | αναπτυξιακής | αναπτυξιακού |
| Αιτιατική | αναπτυξιακό | αναπτυξιακή | αναπτυξιακό |
| Κλητική | αναπτυξιακέ | αναπτυξιακή | αναπτυξιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπτυξιακοί | αναπτυξιακές | αναπτυξιακά |
| Γενική | αναπτυξιακών | αναπτυξιακών | αναπτυξιακών |
| Αιτιατική | αναπτυξιακούς | αναπτυξιακές | αναπτυξιακά |
| Κλητική | αναπτυξιακοί | αναπτυξιακές | αναπτυξιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →