αναπυροδότηση
•
- σπάνιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναπυροδοτώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναπυροδότηση < αναπυροδοτώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναπυροδότηση | αναπυροδοτήσεις |
| Γενική | αναπυροδότησης | αναπυροδοτήσεων |
| Αιτιατική | αναπυροδότηση | αναπυροδοτήσεις |
| Κλητική | αναπυροδότηση | αναπυροδοτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →