αναρίχνω
•
- ρίχνω (από πάνω) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρίχνω < αρχαία ελληνική ἀναρρίπτω < ἀνά + ῥίπτω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναρίχνω | αναρίχνεις | αναρίχνει | αναρίχνουμε | αναρίχνετε | αναρίχνουν / αναρίχνουνε |
| Παρατατικός | ανάριχνα | ανάριχνες | ανάριχνε | αναρίχναμε | αναρίχνατε | ανάριχναν / αναρίχναν / αναρίχνανε |
| Αόριστος | ανάριξα | ανάριξες | ανάριξε | αναρίξαμε | αναρίξατε | ανάριξαν / αναρίξαν / αναρίξανε |
| Μέλλοντας | θα αναρίξω / θα αναρίχνω | θα αναρίξεις / θα αναρίχνεις | θα αναρίξει / θα αναρίχνει | θα αναρίξουμε / θα αναρίχνουμε | θα αναρίξετε / θα αναρίχνετε | θα αναρίξουν / θα αναρίξουνε / θα αναρίχνουν / θα αναρίχνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναρίξει | έχεις αναρίξει | έχει αναρίξει | έχουμε αναρίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναρίξει | είχες αναρίξει | είχε αναρίξει | είχαμε αναρίξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναρίξει / να αναρίξω / να αναρίχνω | να έχεις αναρίξει / να αναρίξεις / να αναρίχνεις | να έχει αναρίξει / να αναρίξει / να αναρίχνει | να έχουμε αναρίξει / να αναρίξουμε / να αναρίχνουμε | να αναρίξετε / να αναρίχνετε | να αναρίξουν / να αναρίξουνε / να αναρίχνουν / να αναρίχνουνε |
| Προστακτική | — | έχε αναριγμένο / ανάριξε / ανάριχνε | — | — | αναρίξτε / αναρίχνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →