αναρρυθμίζω
•
- σπάνιορυθμίζω εκ νέου ή με άλλον τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρρυθμίζω < ελληνιστική κοινή ἀναρρυθμίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αναρρυθμίζω < ελληνιστική κοινή ἀναρρυθμίζω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →