Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρρωτήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο χώρος νοσηλείας στον οποίο διαμετακομίζονται οι ασθενείς μετά από την οξεία φάση μιας ασθένειας ή μετά από χειρουργική επέμβαση, για να αναρρώσουν Βικιλεξικό
  2. ο εργασιακός χώρος σε μεγάλες επιχειρήσεις, ειδικά για την παροχή πρώτων βοηθειών σε περίπτωση που χρειαστεί περίθαλψη ένας εργαζόμενος ή που νιώσει αδιαθεσία Βικιλεξικό
  3. ο άλλος χαρακτηρισμός για τους οίκους ευγηρίας αλλά και για κλινικές που δέχονται χρονίως πάσχοντες καθώς και νέους στην ηλικία ασθενείς οι οποίοι ομως χρειάζονται ειδική φροντίδα (π.χ. παρατεταμένη και εντατική φυσιοθεραπεία μετά από σοβαρό ατύχημα, εγκεφαλικό επεισόδιο κ.λπ.) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναρρωτήριο < ανάρρωση και κατάληξη -τήριο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναρρωτήριοαναρρωτήρια
Γενικήαναρρωτήριου / αναρρωτηρίουαναρρωτηρίων
Αιτιατικήαναρρωτήριοαναρρωτήρια
Κλητικήαναρρωτήριοαναρρωτήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →