αναρρωτικός
•
- ο σχετικός με την ανάρρωση Βικιλεξικό
- αναρρωτική άδεια σε εργαζόμενο που είχε ασθενήσει και έχει το δικαίωμα να απουσιάσει από τη δουλειά
- που βοηθά στην ανάρρωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρρωτικός < ανάρρωση
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναρρωτικός | αναρρωτική | αναρρωτικό |
| Γενική | αναρρωτικού | αναρρωτικής | αναρρωτικού |
| Αιτιατική | αναρρωτικό | αναρρωτική | αναρρωτικό |
| Κλητική | αναρρωτικέ | αναρρωτική | αναρρωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναρρωτικοί | αναρρωτικές | αναρρωτικά |
| Γενική | αναρρωτικών | αναρρωτικών | αναρρωτικών |
| Αιτιατική | αναρρωτικούς | αναρρωτικές | αναρρωτικά |
| Κλητική | αναρρωτικοί | αναρρωτικές | αναρρωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →