Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρρωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με την ανάρρωση Βικιλεξικό
    • αναρρωτική άδεια σε εργαζόμενο που είχε ασθενήσει και έχει το δικαίωμα να απουσιάσει από τη δουλειά
  2. που βοηθά στην ανάρρωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναρρωτικός < ανάρρωση

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναρρωτικόςαναρρωτικήαναρρωτικό
Γενικήαναρρωτικούαναρρωτικήςαναρρωτικού
Αιτιατικήαναρρωτικόαναρρωτικήαναρρωτικό
Κλητικήαναρρωτικέαναρρωτικήαναρρωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναρρωτικοίαναρρωτικέςαναρρωτικά
Γενικήαναρρωτικώναναρρωτικώναναρρωτικών
Αιτιατικήαναρρωτικούςαναρρωτικέςαναρρωτικά
Κλητικήαναρρωτικοίαναρρωτικέςαναρρωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →