αναρρώνω
•
- γίνομαι ξανά υγιής μετά από ασθένεια ή τραυματισμό, βρίσκομαι στο στάδιο της ανάρρωσης Βικιλεξικό
- μεταφορικάεπανέρχομαι στην πρότερη καλή κατάσταση μετά από σοβαρή δοκιμασία, πρόβλημα κλπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρρώνω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναρρώνω | αναρρώνεις | αναρρώνει | αναρρώνουμε | αναρρώνετε | αναρρώνουν / αναρρώνουνε |
| Παρατατικός | ανάρρωνα | ανάρρωνες | ανάρρωνε | αναρρώναμε | αναρρώνατε | ανάρρωναν / αναρρώναν / αναρρώνανε |
| Αόριστος | ανάρρωσα | ανάρρωσες | ανάρρωσε | αναρρώσαμε | αναρρώσατε | ανάρρωσαν / αναρρώσαν / αναρρώσανε |
| Μέλλοντας | θα αναρρώνω / θα αναρρώσω | θα αναρρώνεις / θα αναρρώσεις | θα αναρρώνει / θα αναρρώσει | θα αναρρώνουμε / θα αναρρώσουμε | θα αναρρώνετε / θα αναρρώσετε | θα αναρρώνουν / θα αναρρώνουνε / θα αναρρώσουν / θα αναρρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναρρώσει | έχεις αναρρώσει | έχει αναρρώσει | έχουμε αναρρώσει | έχετε αναρρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναρρώσει | είχες αναρρώσει | είχε αναρρώσει | είχαμε αναρρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναρρώσει / να αναρρώνω / να αναρρώσω | να έχεις αναρρώσει / να αναρρώνεις / να αναρρώσεις | να έχει αναρρώσει / να αναρρώνει / να αναρρώσει | να έχουμε αναρρώσει / να αναρρώνουμε / να αναρρώσουμε | να έχετε αναρρώσει / να αναρρώνετε / να αναρρώσετε | να αναρρώνουν / να αναρρώνουνε / να αναρρώσουν / να αναρρώσουνε |
| Προστακτική | — | ανάρρωνε / ανάρρωσε | — | — | αναρρώνετε / αναρρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →