αναρτήρας
•
- λόγιοεξάρτημα όπου κρεμάμε κάτι, σε ειδική ορολογία Βικιλεξικό
- λόγιοεξάρτημα όπου κρεμάμε κάτι, σε ειδική ορολογία Βικιλεξικό
- λόγιοεξάρτημα όπου κρεμάμε κάτι, σε ειδική ορολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρτήρας (μαρτυρείται από το 1888) (καθαρεύουσα) ἀναρτήρ (ως μετάφραση για την κρεμάστρα < *ἀναρτητήρ με (απλολογία) < αρχαία ελληνική ἀναρτ(ῶ) / ἀναρτάω, ἀναρτη- + -τήρ > -τήρας μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική suspenseur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναρτήρας | αναρτήρες |
| Γενική | αναρτήρα | αναρτήρων |
| Αιτιατική | αναρτήρα | αναρτήρες |
| Κλητική | αναρτήρα | αναρτήρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →