αναρχικά
•
- με τρόπο αναρχικό, με την αναρχική ιδεολογία Βικιλεξικό
- Δεν έχουν θέση οι αρχηγοί ανάμεσά μας, πρέπει να λειτουργούμε υπεύθυνα αλλά αναρχικά
- με χαώδη τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρχικά < αναρχικός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →