Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρχικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που υποστηρίζει την αναρχία ως πολιτική ιδεολογία και κοινωνικό σύστημα Βικιλεξικό
  2. που δεν περιορίζεται από τις καθιερωμένες αρχές Βικιλεξικό
    • Το ελληνικό πάνθεο δέχθηκε εκείνη την εποχή περισσότερους ξένους θεούς από ό,τι ποτέ άλλοτε... Από την άλλη πλευρά, οι βάρβαροι όχι μόνο δέχθηκαν και αυτοί τους θεούς των Ελλήνων, αλλά και συγχώνευσαν πολλούς από τους δικούς τους θεούς με τους θεούς των Ελλήνων. Ήταν μια εποχή αναρχικού συγκρητισμού. (Αναστάσιος-Φοίβος Χρηστίδης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανώλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 542)

Ετυμολογία

αναρχικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναρχικόςαναρχική / αναρχικηαναρχικο / αναρχικό
Γενικήαναρχικούαναρχικήςαναρχικού
Αιτιατικήαναρχικόαναρχικήαναρχικό
Κλητικήαναρχικέαναρχικήαναρχικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναρχικοίαναρχικέςαναρχικά
Γενικήαναρχικώναναρχικώναναρχικών
Αιτιατικήαναρχικούςαναρχικέςαναρχικά
Κλητικήαναρχικοίαναρχικέςαναρχικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →