Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρχικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. συμπεριφορά που δεν διακρίνεται από τάξη και πειθαρχία, όχι με την έννοια της θεωρίας ή του χαρακτηριστικού του πολιτικού ρεύματος του αναρχισμού (αφού δεν υπάρχει "σοσιαλιστικότητα"", "κομμουνιστικότητα" ή "ακροδεξιότητα") αλλά περιορισμένα για την άτακτη, άναρχη συμπεριφορά στην καθημερινότητα. Βικιλεξικό
  2. η τάση προς τον αναρχισμό ως πολιτικού ρεύματος ή η συνέπεια προς τις αρχές του αναρχισμού (χρήση αντίστοιχη της "σοσιαλιστικότητας" σε φράσεις βουλευτών του ΠΑΣΟΚ όπως "αμφισβητούν τη σοσιαλιστικότητά" μου με τους περισσότερους πάντως να βάζουν τουλάχιστον την λέξη εντός εισαγωγικών ως ανύπαρκτη) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναρχικότητα < αναρχία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναρχικότητααναρχικότητες
Γενικήαναρχικότηταςαναρχικοτήτων
Αιτιατικήαναρχικότητααναρχικότητες
Κλητικήαναρχικότητααναρχικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →