αναρχισμός
•
- κοινωνικοοικονομική και πολιτική θεωρία και πρακτική που επιδιώκει την κατάργηση του κράτους και μια κοινωνία βασισμένη στην αυτοοργάνωση και την αυτοδιαχείριση των ανθρώπων, χωρίς την ύπαρξη κεντρικής εξουσίας Βικιλεξικό
- πολιτικό δόγμα που πρεσβεύει ότι η πολιτική εξουσία, με οποιαδήποτε μορφή, δεν είναι αναγκαία, ούτε επιθυμητή. Βικιλεξικό
- πολλές ομάδες που εφαρμόζουν τον αναρχισμό στις δικές τους λειτουργίες παίρνουν αποφάσεις ομόφωνα αντί να προβούν σε ψηφοφορία
Ετυμολογία
αναρχισμός < αναρχία + -ισμός • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναρχισμός | αναρχισμοί |
| Γενική | αναρχισμού | αναρχισμών |
| Αιτιατική | αναρχισμό | αναρχισμούς |
| Κλητική | αναρχισμέ | αναρχισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →