Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρχοκομμουνιστής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γενικότεραοπαδός του αναρχοκομμουνισμού Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοσυγκεντρωτικός αόριστος χαρακτηρισμός αναρχικών, κομμουνιστών ή πολιτικά ενεργών ατόμων προερχόμενων από την αριστερά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναρχοκομμουνιστής < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναρχοκομμουνιστήςαναρχοκομμουνιστές
Γενικήαναρχοκομμουνιστήαναρχοκομμουνιστών
Αιτιατικήαναρχοκομμουνιστήαναρχοκομμουνιστές
Κλητικήαναρχοκομμουνιστήαναρχοκομμουνιστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →