αναρχοσυνδικαλισμός
•
- νεολογισμόςκλάδος της αναρχίας που στοχεύει στην κατάργηση του καπιταλισμού μέσω της οργάνωσης συνδικάτων με επαναστατικό προσανατολισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρχοσυνδικαλισμός < αναρχία + -ο- + συνδικαλισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναρχοσυνδικαλισμός | αναρχοσυνδικαλισμοί |
| Γενική | αναρχοσυνδικαλισμού | αναρχοσυνδικαλισμών |
| Αιτιατική | αναρχοσυνδικαλισμό | αναρχοσυνδικαλισμούς |
| Κλητική | αναρχοσυνδικαλισμέ | αναρχοσυνδικαλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →