αναρχούμενο
•
- η αναρχούμενη κατάσταση, χάος, αναρχία, Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναρχούμενο < ουδέτερο του αναρχούμενος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναρχούμαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναρχούμενο | αναρχούμενα |
| Γενική | αναρχούμενου | αναρχούμενων |
| Αιτιατική | αναρχούμενο | αναρχούμενα |
| Κλητική | αναρχούμενο | αναρχούμενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →