Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναρχούμενο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η αναρχούμενη κατάσταση, χάος, αναρχία, Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναρχούμενο < ουδέτερο του αναρχούμενος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναρχούμαι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναρχούμενοαναρχούμενα
Γενικήαναρχούμενουαναρχούμενων
Αιτιατικήαναρχούμενοαναρχούμενα
Κλητικήαναρχούμενοαναρχούμενα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →