ανασηκωμένος
•
- που έχει ανασηκωθεί Βικιλεξικό
- που είναι ξαπλωμένος και στηρίζεται στους αγκώνες του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανασηκωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ανασηκώνω
Άλλοι τύποι
ανασηκωμέναανασηκωμένεανασηκωμένεςανασηκωμένηανασηκωμένηςανασηκωμένοανασηκωμένοιανασηκωμένοςανασηκωμένουανασηκωμένουςανασηκωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →