Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασηκώνομαι

ρήμα
•
  1. για άνθρωποσηκώνομαι ήπια ή λίγο προς τα πάνω (από την καρέκλα, τον καναπέ, το κρεβάτι), κάνω να σηκωθώ αλλά δεν σηκώνομαι τελείως, (μπορεί να ανασηκώσω μόνον το κορμό) Βικιλεξικό
    • Παλιότερα όταν έμπαιναν σε ένα δωμάτιο γυναίκες, οι άνδρες ανασηκώνονταν ελαφρά από τη θέση τους και ξανακάθονταν
    • Ερχεται η κουμπάρα, μείνε στο κρεβάτι, απλά ανασηκώσου κάπως -δικός μας άνθρωπος είναι, δεν θα παρεξηγηθεί αφου είσαι αδιάθετος
  2. σηκώνομαι πάνω, ορθώνομαι, τεντώνομαι Βικιλεξικό
    • Οταν άκουσα ότι θα κόψουν κι άλλο τις συντάξεις ανασηκώθηκαν οι τρίχες των μαλλιών μου
  3. σηκώνομαι προς τα πάνω, τυλίγομαι προς τα πάνω Βικιλεξικό
    • ανασηκωμένα μανίκια, γιακάδες

Ετυμολογία

ανασηκώνομαι < παθητική φωνή του ανασηκώνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →