ανασηκώνομαι
•
- για άνθρωποσηκώνομαι ήπια ή λίγο προς τα πάνω (από την καρέκλα, τον καναπέ, το κρεβάτι), κάνω να σηκωθώ αλλά δεν σηκώνομαι τελείως, (μπορεί να ανασηκώσω μόνον το κορμό) Βικιλεξικό
- Παλιότερα όταν έμπαιναν σε ένα δωμάτιο γυναίκες, οι άνδρες ανασηκώνονταν ελαφρά από τη θέση τους και ξανακάθονταν
- Ερχεται η κουμπάρα, μείνε στο κρεβάτι, απλά ανασηκώσου κάπως -δικός μας άνθρωπος είναι, δεν θα παρεξηγηθεί αφου είσαι αδιάθετος
- σηκώνομαι πάνω, ορθώνομαι, τεντώνομαι Βικιλεξικό
- Οταν άκουσα ότι θα κόψουν κι άλλο τις συντάξεις ανασηκώθηκαν οι τρίχες των μαλλιών μου
- σηκώνομαι προς τα πάνω, τυλίγομαι προς τα πάνω Βικιλεξικό
- ανασηκωμένα μανίκια, γιακάδες
Ετυμολογία
ανασηκώνομαι < παθητική φωνή του ανασηκώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →