ανασηκώνω
•
- σηκώνω ελαφρά Βικιλεξικό
- Είμαι σίγουρη ότι Θα βρεις το κινητό σου άμα ανασηκώσεις τις κάλτσες που πέταξες στο κρεβάτι ή το παντελόνι που πέταξες στον καναπέ ή το σακάκι που πέταξες στην πολυθρόνα
Ετυμολογία
ανασηκώνω < μεσαιωνική ελληνική ἀνασηκώνω < αρχαία ελληνική ἀνασηκόω - ἀνασηκῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανασηκώνω | ανασηκώνεις | ανασηκώνει | ανασηκώνουμε | ανασηκώνετε | ανασηκώνουν / ανασηκώνουνε |
| Παρατατικός | ανασήκωνα | ανασήκωνες | ανασήκωνε | ανασηκώναμε | ανασηκώνατε | ανασήκωναν / ανασηκώναν / ανασηκώνανε |
| Αόριστος | ανασήκωσα | ανασήκωσες | ανασήκωσε | ανασηκώσαμε | ανασηκώσατε | ανασήκωσαν / ανασηκώσαν / ανασηκώσανε |
| Μέλλοντας | θα ανασηκώνω / θα ανασηκώσω | θα ανασηκώνεις / θα ανασηκώσεις | θα ανασηκώνει / θα ανασηκώσει | θα ανασηκώνουμε / θα ανασηκώσουμε | θα ανασηκώνετε / θα ανασηκώσετε | θα ανασηκώνουν / θα ανασηκώνουνε / θα ανασηκώσουν / θα ανασηκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανασηκώσει | έχεις ανασηκώσει | έχει ανασηκώσει | έχουμε ανασηκώσει | έχετε ανασηκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανασηκώσει | είχες ανασηκώσει | είχε ανασηκώσει | είχαμε ανασηκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανασηκώσει / να ανασηκώνω / να ανασηκώσω | να έχεις ανασηκώσει / να ανασηκώνεις / να ανασηκώσεις | να έχει ανασηκώσει / να ανασηκώνει / να ανασηκώσει | να έχουμε ανασηκώσει / να ανασηκώνουμε / να ανασηκώσουμε | να έχετε ανασηκώσει / να ανασηκώνετε / να ανασηκώσετε | να ανασηκώνουν / να ανασηκώνουνε / να ανασηκώσουν / να ανασηκώσουνε |
| Προστακτική | — | ανασήκωνε / ανασήκωσε | — | — | ανασηκώνετε / ανασηκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →