ανασκέλωμα
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος ανασκελώνω, η ρήψη κάποιου σε θέση που να βρεθεί ανάσκελα, ύπτια, με την πλάτη καταγής Βικιλεξικό
- η πτώση κάποιου ανάσκελα χωρίς σπρώξιμο, το ξάπλωμα ανάσκελα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανασκέλωμα < ανασκελώνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανασκέλωμα | ανασκελώματα |
| Γενική | ανασκελώματος | ανασκελωμάτων |
| Αιτιατική | ανασκέλωμα | ανασκελώματα |
| Κλητική | ανασκέλωμα | ανασκελώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →