Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασκέλωμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος ανασκελώνω, η ρήψη κάποιου σε θέση που να βρεθεί ανάσκελα, ύπτια, με την πλάτη καταγής Βικιλεξικό
  2. η πτώση κάποιου ανάσκελα χωρίς σπρώξιμο, το ξάπλωμα ανάσκελα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανασκέλωμα < ανασκελώνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανασκέλωμαανασκελώματα
Γενικήανασκελώματοςανασκελωμάτων
Αιτιατικήανασκέλωμαανασκελώματα
Κλητικήανασκέλωμαανασκελώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →