Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασκελάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στη λαϊκή παράδοση αναφέρεται ως στοιχειό με μορφή γαϊδάρου ή ανθρώπου που το ένα του πόδι είναι γαϊδάρου ή με μορφή βοδιού -σε περιοχές της Κρήτης θεωρείται ο διάβολος μεταμορφωμένος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανασκελάς < πιθανόν από την αρχαία ελληνική ὀνοσκελής, δηλαδή που έχει πόδια όνου

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανασκελάςανασκελάδες
Γενικήανασκελάανασκελάδων
Αιτιατικήανασκελάανασκελάδες
Κλητικήανασκελάανασκελάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →