ανασκευάζω
•
- αντικρούω τα επιχειρήματα υπέρ αντίθετης άποψης, αποδεικνύω ότι δεν ευσταθούν Βικιλεξικό
- αλλάζω προηγούμενες δηλώσεις μου Βικιλεξικό
- Η κυριότερη μάρτυς κατηγορίας ανασκεύασε, οπότε ο κατηγορούμενος επιβάλλεται να κηρυχθεί αθώος
Ετυμολογία
ανασκευάζω < αρχαία ελληνική ἀνασκευάζω < ἀνά + σκευάζω < σκευή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανασκευάζω | ανασκευάζεις | ανασκευάζει | ανασκευάζουμε | ανασκευάζετε | ανασκευάζουν / ανασκευάζουνε |
| Παρατατικός | ανασκεύαζα | ανασκεύαζες | ανασκεύαζε | ανασκευάζαμε | ανασκευάζατε | ανασκευάζαν / ανασκευάζανε / ανασκεύαζαν |
| Αόριστος | ανασκεύασα | ανασκεύασες | ανασκεύασε | ανασκευάσαμε | ανασκευάσατε | ανασκευάσαν / ανασκευάσανε / ανασκεύασαν |
| Μέλλοντας | θα ανασκευάζω / θα ανασκευάσω | θα ανασκευάζεις / θα ανασκευάσεις | θα ανασκευάζει / θα ανασκευάσει | θα ανασκευάζουμε / θα ανασκευάσουμε | θα ανασκευάζετε / θα ανασκευάσετε | θα ανασκευάζουν / θα ανασκευάζουνε / θα ανασκευάσουν / θα ανασκευάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανασκευάσει | έχεις ανασκευάσει | έχει ανασκευάσει | έχουμε ανασκευάσει | έχετε ανασκευάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανασκευάσει | είχες ανασκευάσει | είχε ανασκευάσει | είχαμε ανασκευάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανασκευάσει / να ανασκευάζω / να ανασκευάσω | να έχεις ανασκευάσει / να ανασκευάζεις / να ανασκευάσεις | να έχει ανασκευάσει / να ανασκευάζει / να ανασκευάσει | να έχουμε ανασκευάσει / να ανασκευάζουμε / να ανασκευάσουμε | να έχετε ανασκευάσει / να ανασκευάζετε / να ανασκευάσετε | να ανασκευάζουν / να ανασκευάζουνε / να ανασκευάσουν / να ανασκευάσουνε |
| Προστακτική | — | ανασκεύαζε / ανασκεύασε | — | — | ανασκευάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ανασκευάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →