Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασκευαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ανασκευάζει, που με αυτόν αλλάζει προηγουμενη δήλωση ως αναληθής Βικιλεξικό
    • Πρέπει να κάνει ανασκευαστική δήλωση
  2. που αποδεικνύει ότι κάτι δεν είναι αληθινό Βικιλεξικό
    • ανασκευαστικό επιχείρημα

Ετυμολογία

ανασκευαστικός < ανασκευάζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανασκευαστικόςανασκευαστικήανασκευαστικό
Γενικήανασκευαστικούανασκευαστικήςανασκευαστικού
Αιτιατικήανασκευαστικόανασκευαστικήανασκευαστικό
Κλητικήανασκευαστικέανασκευαστικήανασκευαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανασκευαστικοίανασκευαστικέςανασκευαστικά
Γενικήανασκευαστικώνανασκευαστικώνανασκευαστικών
Αιτιατικήανασκευαστικούςανασκευαστικέςανασκευαστικά
Κλητικήανασκευαστικοίανασκευαστικέςανασκευαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →