αναστέλλω
•
- σταματώ κάτι ίσως προσωρινά ίσως και για πάντα, αναβάλλω κάτι μάλλον για πολύ, όμως δεν το ακυρώνω και επίσημα οριστικά Βικιλεξικό
- αναστάλθηκε η εφαρμογή του νέου νόμου μετά την κατακραυγή των συνδικάτων
- αναστάλθηκε η απεργία μετά την επιστράτευση των απεργών
- Το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών ανέστειλε σήμερα προσωρινά τους γάμους των ομοφυλοφίλων στη Γιούτα
- Ανέστειλε επ' αόριστον τις εργασίες του το Ανώτατο Δικαστήριο της Αιγύπτου επειδή δέχεται απειλές από φανατικούς
Ετυμολογία
αναστέλλω < αρχαία ελληνική ἀναστέλλω
Άλλοι τύποι
ανέστειλαανέστελλααναστέλλομαιαναστέλλονταςαναστείλωανεσταλμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →