Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀνασταίνω

ρήμα
•
  1. πολυτονική γραφή του ανασταίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ανασταίνω

/a.naˈste.no/ρήμα
•
  1. επαναφέρω θαυματουργά κάποιον νεκρό στη ζωή Βικιλεξικό
    • ο Χριστός θεράπευσε παραλυτικούς και ανέστησε νεκρούς
  2. μεταφορικάξαναδίνω ζωή σε ένα πράγμα που θεωρούνταν άχρηστο ή ξεπερασμένο Βικιλεξικό
  3. παρακολουθώ τη λειτουργία της Ανάστασης τα μεσάνυχτα Μεγάλου Σαββάτου προς Κυριακή του Πάσχα Βικιλεξικό
    • πού θα αναστήσετε φέτος;
  4. μεγαλώνω ένα παιδί Βικιλεξικό
    • η μάνα μας μας ανάστησε με μύριες δυσκολίες

Ετυμολογία

ανασταίνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνασταίνω < ελληνιστική κοινή ἀνιστ(ῶ), με μεταπλασμό σε -αίνω (αρχαία ελληνική ἀνίστημι) κατά το ανάσταση.

Άλλοι τύποι

ανάστησαανέστησααναστήσωανασταίνομαιαναστημένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →