αναστατωμένος
•
- που έχει αναστατωθεί, που έχει ανησυχήσει για κάτι Βικιλεξικό
- Ήμουν αναστατωμένη όλη νύχτα, γιατί το παιδί αργούσε να γυρίσει και δεν απαντούσε ούτε στο κινητό μέχρι τις 5 το πρωι!
- που βρίσκεται σε αναστάτωση, αταξία Βικιλεξικό
- Βρήκα τα πάντα αναστατωμένα. Οι διαρρήκτες τα έκαν όλα άνω-κάτω για να βρουν λεφτά, αλλά τους είχε προλάβει η εφορία
- που δεν λειτουργεί εύρυθμα Βικιλεξικό
- Είναι αναστατωμένος ο οργανισμός μου. Φταίνε ή τα γαστρεντερικά μου ή ο θυρεοειδής πάλι.
Ετυμολογία
αναστατωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου αναστατώνω
Άλλοι τύποι
αναστατωμένααναστατωμένεαναστατωμένεςαναστατωμένηαναστατωμένηςαναστατωμένοαναστατωμένοιαναστατωμένοςαναστατωμένουαναστατωμένουςαναστατωμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →