αναστατώνομαι
•
- ταράζομαι από μια δυσάρεστη είδηση. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναστατώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναστατώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναστατώνομαι | αναστατώνεσαι | αναστατώνεται | αναστατωνόμαστε | αναστατώνεστε | αναστατώνονται |
| Παρατατικός | αναστατωνόμουν / αναστατωνόμουνα | αναστατωνόσουν / αναστατωνόσουνα | αναστατωνόταν / αναστατωνότανε | αναστατωνόμασταν / αναστατωνόμαστε | αναστατωνόσασταν / αναστατωνόσαστε | αναστατωνόντουσαν / αναστατώνονταν |
| Αόριστος | αναστατώθηκα | αναστατώθηκες | αναστατώθηκε | αναστατωθήκαμε | αναστατωθήκατε | αναστατωθήκαν / αναστατωθήκανε / αναστατώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα αναστατωθώ / θα αναστατώνομαι | θα αναστατωθείς / θα αναστατώνεσαι | θα αναστατωθεί / θα αναστατώνεται | θα αναστατωθούμε / θα αναστατωνόμαστε | θα αναστατωθείτε / θα αναστατώνεστε | θα αναστατωθούν / θα αναστατωθούνε / θα αναστατώνονται |
| Παρακείμενος | έχω αναστατωθεί | έχεις αναστατωθεί | έχει αναστατωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναστατωθεί | είχες αναστατωθεί | είχε αναστατωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναστατωθεί / να αναστατωθώ / να αναστατώνομαι | να έχεις αναστατωθεί / να αναστατωθείς / να αναστατώνεσαι | να έχει αναστατωθεί / να αναστατωθεί / να αναστατώνεται | να αναστατωθούμε / να αναστατωνόμαστε | να αναστατωθείτε / να αναστατώνεστε | να αναστατωθούν / να αναστατωθούνε / να αναστατώνονται |
| Προστακτική | — | αναστατώνου / αναστατώσου | — | — | αναστατωθείτε / αναστατώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →