αναστενάζω
•
- στενάζω, ανασαίνω εκπνέοντας βαριά (από πόνο, θλίψη, ανία, ηδονή, ανακούφιση) Βικιλεξικό
- υποφέρω, δυσκολεύομαι Βικιλεξικό
- Θα αναστενάξουν για να πληρώσουν το χαράτσι
- αναστατώνομαι, ταράζομαι Βικιλεξικό
- Πίπτοντας χαμαί ο λέων, Εις εκειό το κρήμνισμόν του Κη εις εκειόν τον μουγκρισμόν του Έκαμε πολύν σεισμόν. Εκουνίσθηκαν τα όρη, Θάλασσαις αναστενάζουν("Εις την περίφημον Γαλλίαν και τον στρατηγόν Βοναπάρτην"
- υποφέρω τόσο πολύ που συμπάσχει κι η φύση, ακόμα και τα πανίσχυρα βουνά Βικιλεξικό
- Αναστενάζουν τα βουνά, πάσχουν δι' εμέν οι κάμποι, θρηνούσιν τα παράπλαγα, βροντούν οι λιβαδίες
- Αναστενάζουν τα βουνά, απ' τα δικά μου κλάματα (τραγούδι των Δερβενιώτη-Κολοκοτρώνη)
Ετυμολογία
αναστενάζω < αρχαία ελληνική ἀναστενάζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναστενάζω | αναστενάζεις | αναστενάζει | αναστενάζουμε | αναστενάζετε | αναστενάζουν / αναστενάζουνε |
| Παρατατικός | αναστέναζα | αναστέναζες | αναστέναζε | αναστενάζαμε | αναστενάζατε | αναστέναζαν / αναστενάζαν / αναστενάζανε |
| Αόριστος | αναστέναξα | αναστέναξες | αναστέναξε | αναστενάξαμε | αναστενάξατε | αναστέναξαν / αναστενάξαν / αναστενάξανε |
| Μέλλοντας | θα αναστενάζω / θα αναστενάξω | θα αναστενάζεις / θα αναστενάξεις | θα αναστενάζει / θα αναστενάξει | θα αναστενάζουμε / θα αναστενάξουμε | θα αναστενάζετε / θα αναστενάξετε | θα αναστενάζουν / θα αναστενάζουνε / θα αναστενάξουν / θα αναστενάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναστενάξει | έχεις αναστενάξει | έχει αναστενάξει | έχουμε αναστενάξει | έχετε αναστενάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναστενάξει | είχες αναστενάξει | είχε αναστενάξει | είχαμε αναστενάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναστενάξει / να αναστενάζω / να αναστενάξω | να έχεις αναστενάξει / να αναστενάζεις / να αναστενάξεις | να έχει αναστενάξει / να αναστενάζει / να αναστενάξει | να έχουμε αναστενάξει / να αναστενάζουμε / να αναστενάξουμε | να έχετε αναστενάξει / να αναστενάζετε / να αναστενάξετε | να αναστενάζουν / να αναστενάζουνε / να αναστενάξουν / να αναστενάξουνε |
| Προστακτική | — | αναστέναζε / αναστέναξε | — | — | αναστενάζετε / αναστενάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →