αναστηλωτικός
•
- σχετικός με την αναστήλωση, τις σχετικές εργασίες για την αποκατάσταση μνημείου Βικιλεξικό
- σπάνιασχετικός με την αναστήλωση των εικόνων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναστηλωτικός < αναστηλώνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναστηλωτικός | αναστηλωτική | αναστηλωτικό |
| Γενική | αναστηλωτικού | αναστηλωτικής | αναστηλωτικού |
| Αιτιατική | αναστηλωτικό | αναστηλωτική | αναστηλωτικό |
| Κλητική | αναστηλωτικέ | αναστηλωτική | αναστηλωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναστηλωτικοί | αναστηλωτικές | αναστηλωτικά |
| Γενική | αναστηλωτικών | αναστηλωτικών | αναστηλωτικών |
| Αιτιατική | αναστηλωτικούς | αναστηλωτικές | αναστηλωτικά |
| Κλητική | αναστηλωτικοί | αναστηλωτικές | αναστηλωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →