Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναστηλωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την αναστήλωση, τις σχετικές εργασίες για την αποκατάσταση μνημείου Βικιλεξικό
  2. σπάνιασχετικός με την αναστήλωση των εικόνων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναστηλωτικός < αναστηλώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναστηλωτικόςαναστηλωτικήαναστηλωτικό
Γενικήαναστηλωτικούαναστηλωτικήςαναστηλωτικού
Αιτιατικήαναστηλωτικόαναστηλωτικήαναστηλωτικό
Κλητικήαναστηλωτικέαναστηλωτικήαναστηλωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναστηλωτικοίαναστηλωτικέςαναστηλωτικά
Γενικήαναστηλωτικώναναστηλωτικώναναστηλωτικών
Αιτιατικήαναστηλωτικούςαναστηλωτικέςαναστηλωτικά
Κλητικήαναστηλωτικοίαναστηλωτικέςαναστηλωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →