αναστολέας
•
- που αναστέλλει Βικιλεξικό
- τεχνολογίαμηχανικό σύστημα ή χημική ουσία που αναστέλλει μια λειτουργία Βικιλεξικό
- ο αναστολέας διαφορικού στο αυτοκίνητο, δηλαδή ο μηχανισμός που τίθεται σε λειτουργία όταν ένας από τους τροχούς χάνει την πρόσφυσή του, οπότε πρέπει με κάποιο τρόπο να μειωθεί ή να σταματήσει η λειτουργία του διαφορικού
- ο αναστολέας ενζύμων (σε φάρμακα, όπως οι αναστολείς αρωματάσης, οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, αναστολείς της αντλ΄΄ιας πρωτονίων κ.α.)
Ετυμολογία
αναστολέας < αναστολ(ή) + (-εύς) -έας < αναστέλλω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arrêt ή από την αγγλική stopper
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναστολέας | αναστολείς |
| Γενική | αναστολέα / αναστολέως | αναστολέων |
| Αιτιατική | αναστολέα | αναστολείς |
| Κλητική | αναστολέα | αναστολείς |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →