Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναστολέας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που αναστέλλει Βικιλεξικό
  2. τεχνολογίαμηχανικό σύστημα ή χημική ουσία που αναστέλλει μια λειτουργία Βικιλεξικό
    • ο αναστολέας διαφορικού στο αυτοκίνητο, δηλαδή ο μηχανισμός που τίθεται σε λειτουργία όταν ένας από τους τροχούς χάνει την πρόσφυσή του, οπότε πρέπει με κάποιο τρόπο να μειωθεί ή να σταματήσει η λειτουργία του διαφορικού
    • ο αναστολέας ενζύμων (σε φάρμακα, όπως οι αναστολείς αρωματάσης, οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, αναστολείς της αντλ΄΄ιας πρωτονίων κ.α.)

Ετυμολογία

αναστολέας < αναστολ(ή) + (-εύς) -έας < αναστέλλω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική arrêt ή από την αγγλική stopper

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναστολέαςαναστολείς
Γενικήαναστολέα / αναστολέωςαναστολέων
Αιτιατικήαναστολέααναστολείς
Κλητικήαναστολέααναστολείς

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →