αναστομωτικός
•
- ιατρικήπου έχει σχέση με την αναστόμωση ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναστομωτικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anastomotique ή λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anastomotic < anastomose < ελληνιστική κοινή ἀναστόμωσις < αρχαία ελληνική ἀνά + στόμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναστομωτικός | αναστομωτική | αναστομωτικό |
| Γενική | αναστομωτικού | αναστομωτικής | αναστομωτικού |
| Αιτιατική | αναστομωτικό | αναστομωτική | αναστομωτικό |
| Κλητική | αναστομωτικέ | αναστομωτική | αναστομωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αναστομωτικοί | αναστομωτικές | αναστομωτικά |
| Γενική | αναστομωτικών | αναστομωτικών | αναστομωτικών |
| Αιτιατική | αναστομωτικούς | αναστομωτικές | αναστομωτικά |
| Κλητική | αναστομωτικοί | αναστομωτικές | αναστομωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →