αναστρέφομαι
•
- αναποδογυρίζομαι Βικιλεξικό
- επιστρέφω στην προηγούμενη ομαλή κατάσταση, διορθώνομαι Βικιλεξικό
- είναι δύσκολο να αναστραφεί το δυσμενές εις βάρος μας κλίμα
Ετυμολογία
αναστρέφομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναστρέφω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →