Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναστροφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. γραμματικήμεταφορά του τόνου πρόθεσης από τη λήγουσα στην παραλήγουσα Βικιλεξικό
  2. γυμναστικήάσκηση κατά την οποία ο ασκούμενος στηρίζεται στα χέρια και σηκώνει τα πόδια ψηλά, ώστε το σώμα του να είναι κατακόρυφο προς το έδαφος Βικιλεξικό
  3. νομικήανατροπή προηγούμενης πράξης, διάθεσης, απόφασης, η υπαναχώρηση Βικιλεξικό
    • η αναστροφή πώλησης ακινήτου όταν ο αγοραστής αλλάζει γνώμη επειδή διαπίστωσε σοβαρές ζημίες...
  4. συντακτικότο φαινόμενο κατά το οποίο η σειρά των λέξεων δεν είναι η αναμενόμενη, κάτι που συνήθως σχετίζεται με το ύφος γραφής του συγγρφέα Βικιλεξικό
  5. αλλαγή πορείας προς την αντίθετη κατεύθυνση (σε κινούμενο μέσο), αλλά ειδικά για ιστιοφόρο μπορεί να σημαίνει την αλλαγή πορείας ώστε να κινείται αντίθετα προς τον άνεμο Βικιλεξικό
  6. μεταβολή φυσικών μεγεθών αντίστροφα από το κανονικό Βικιλεξικό
    • ενώ ο αέρας κανονικά είναι ψυχρότερος στα υψηλότερα επίπεδα, στο φαινόμενο της θερμοκρασιακής αναστροφής (συχνό σε νύχτες με άπνοια) το έδαφος ψύχεται ταχύτερα και ψυχραίνει τον αέρα που είναι κοντά του, ενώ ο αέρας σε υψηλότερα επίπεδα παραμένει θερμός
  7. ιατρικήτο φαινόμενο κατά το οποίο ένας άνθρωπος γεννιέται με κάποιο όργανό του στην αντιδιαμετρική από την κανονική του θέση (π.χ. η καρδιά προς τα δεξιά) Βικιλεξικό
    • αναστροφή σπλάχνων

Ετυμολογία

αναστροφή < αρχαία ελληνική ἀναστροφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναστροφήαναστροφές
Γενικήαναστροφήςαναστροφών
Αιτιατικήαναστροφήαναστροφές
Κλητικήαναστροφήαναστροφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ανάστροφη

επίθετο
•
  1. θηλυκό του ανάστροφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανάστροφη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ανάστροφος (με την ανάστροφη της παλάμης)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →