ανασυγκολλώ
•
- κυριολεκτικάσυγκολλώ εκ νέου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανασυγκολλώ < ανα- + συγκολλώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανασυγκολλάω / ανασυγκολλώ | ανασυγκολλάς | ανασυγκολλά / ανασυγκολλάει | ανασυγκολλάμε / ανασυγκολλούμε | ανασυγκολλάτε | ανασυγκολλάν / ανασυγκολλάνε / ανασυγκολλούν / ανασυγκολλούνε |
| Παρατατικός | ανασυγκολλούσα | ανασυγκολλούσες | ανασυγκολλούσε | ανασυγκολλούσαμε | ανασυγκολλούσατε | ανασυγκολλούσαν / ανασυγκολλούσανε |
| Αόριστος | ανασυγκόλλησα | ανασυγκόλλησες | ανασυγκόλλησε | ανασυγκολλήσαμε | ανασυγκολλήσατε | ανασυγκολλήσαν / ανασυγκολλήσανε / ανασυγκόλλησαν |
| Μέλλοντας | θα ανασυγκολλάω / θα ανασυγκολλήσω / θα ανασυγκολλώ | θα ανασυγκολλάς / θα ανασυγκολλήσεις | θα ανασυγκολλά / θα ανασυγκολλάει / θα ανασυγκολλήσει | θα ανασυγκολλάμε / θα ανασυγκολλήσουμε / θα ανασυγκολλούμε | θα ανασυγκολλάτε / θα ανασυγκολλήσετε | θα ανασυγκολλάν / θα ανασυγκολλάνε / θα ανασυγκολλήσουν / θα ανασυγκολλήσουνε / θα ανασυγκολλούν / θα ανασυγκολλούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανασυγκολλήσει | έχεις ανασυγκολλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανασυγκολλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανασυγκολλήσει / να ανασυγκολλάω / να ανασυγκολλήσω / να ανασυγκολλώ | να έχεις ανασυγκολλήσει / να ανασυγκολλάς / να ανασυγκολλήσεις | να ανασυγκολλά / να ανασυγκολλάει / να ανασυγκολλήσει | να ανασυγκολλάμε / να ανασυγκολλήσουμε / να ανασυγκολλούμε | να ανασυγκολλάτε / να ανασυγκολλήσετε | να ανασυγκολλάν / να ανασυγκολλάνε / να ανασυγκολλήσουν / να ανασυγκολλήσουνε / να ανασυγκολλούν / να ανασυγκολλούνε |
| Προστακτική | — | ανασυγκόλλα / ανασυγκόλλαγε / ανασυγκόλλησε | — | — | ανασυγκολλάτε / ανασυγκολλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →